Αρχική Eπικαιρότητα Αλέρτ για προσωπικό στον τουριστικό κλάδο – Τι λένε άνθρωποι του κλάδου

Αλέρτ για προσωπικό στον τουριστικό κλάδο – Τι λένε άνθρωποι του κλάδου

Το πολυπαραγοντικό πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού για σεζόν ανά την επικράτεια αναδεικνύεται μέσα από την κραυγή αγωνίας των επιχειρηματιών και τις χιλιάδες αγγελίες τους στο Διαδίκτυο χωρίς ανταπόκριση.

Άνθρωποι του τουριστικού κλάδου μιλούν στα «ΝΕΑ» για αυτό το φαινόμενο που εμφανίστηκε με την πανδημία και πλέον τείνει να απειλεί το ίδιο το τουριστικό προϊόν και τη φήμη της χώρας. «Πέρσι καλύφθηκε το 75% των θέσεων εργασίας, φέτος το πιθανότερο είναι να μην καλυφθεί ούτε το 60%. Αυτό σημαίνει χειρότερες συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους. Και όσα χρήματα και να δώσεις στον άλλον, αν γνωρίζει ότι θα δουλεύει 180 μέρες χωρίς ρεπό, αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό», λέει ο πρόεδρος Ξενοδόχων Σαντορίνης Αντώνης Ηλιόπουλος.

Η μαρτυρία του διαχειριστή της σελίδας «Σαντορινιές Αγγελίες» είναι αποκαλυπτική. Μέσα από την προσπάθειά του να φέρει σε επαφή τα δύο μέρη -εργαζόμενους και εργοδότες – ώστε να «κουμπώσει» η προσφορά με τη ζήτηση, ο Γιώργος Πουλάκης, restaurant supervisor στη Σαντορίνη, κλείνοντας 26 χρόνια στον κλάδο, καταθέτει το σύνολο των παραγόντων που συνδιαμορφώνουν τον φαύλο κύκλο (επιδοματική πολιτική πανδημίας, φυγή εργατικού δυναμικού στο εξωτερικό, έλλειψη εκπαίδευσης, χαμηλά ημερομίσθια, εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, έλλειψη υποδομών διαμονής) – που εκτόξευσε φέτος πανελλαδικά την έλλειψη προσωπικού στο 30%.

Καταγγελίες

«Οι εργοδότες ψάχνουν εργαζόμενους με χαμηλό ημερομίσθιο και οι εργαζόμενοι εργοδότες που να πληρώνουν παραπάνω. Παράπονα υπάρχουν και από τις δύο πλευρές. Ο άλλος λέει είναι μάγειρας και δεν ξέρει να κάνει έναν μουσακά. Και οι υπάλληλοι καταγγέλλουν τους εργοδότες ότι άλλαξε η συμφωνία. Ολα ξεκίνησαν μετά τον Covid. Ξενοδοχοϋπάλληλοι που οι μονάδες τους έμειναν κλειστές μεταπήδησαν σε άλλους κλάδους ώστε να ανταπεξέλθουν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις. Αλλο πρόβλημα, η κουλτούρα επιδομάτων, η κακή νοοτροπία «προτιμώ να κάθομαι παρά να δουλεύω». Με τα 534 ευρώ, κάποιοι δεν ξαναπήγαν να δουλέψουν. Επιχειρήσεις και στελέχη θα πρέπει τώρα να κοπιάσουν για να καλύψουν το κενό προσφοράς εργατικού δυναμικού, με αύξηση του μισθολογικού κόστους και των παροχών».

Κι ενώ ο Γιώργος Πουλάκης εξηγεί ότι και αξιοπρεπή καταλύματα υπάρχουν στη Σαντορίνη (παρά την έλλειψη χώρων διαμονής γενικώς) και υψηλοί μισθοί (μάγειρας με 1.800-2.200, καμαριέρα με 1.000-1.200, ψήστης με 1.700-1.800, μπουφετζής με 1.500, σερβιτόρος με 1.500-1.600), σε άλλη σελίδα στο Facebook, το «Δίκτυο Νέων Εργαζομένων», τα σχόλια των χρηστών ρίχνουν φως στο γιατί κάποιοι επιχειρηματίες ψάχνουν προσωπικό κάθε χρόνο, συχνά και μέσα στη σεζόν. «Οι άνθρωποι που γυρίζουν από σεζόν, δεν γυρίζουν μόνο σακατεμένοι σωματικά αλλά και ψυχικά από την ανθρωποφαγία του κάθε μάνατζερ», γράφει η Χρύσα Μ., ενώ η Nhera U. περιγράφει: «Ολη μέρα στον ήλιο χωρίς καπέλο ή στην καυτή άμμο χωρίς παπούτσια, εισπνέοντας εξατμισμένο τηγανόλαδο ή κάρβουνο χωρίς κατάλληλους απορροφητήρες, στρες λόγω έντασης εργασίας από την υποστελέχωση…».

«Δυσφημείται το τουριστικό προϊόν»

Από την πλευρά του ο πρόεδρος Ξενοδόχων Σαντορίνης υπογραμμίζει τη σημασία της δια βίου εκπαίδευσης για τον κλάδο με επιδότηση από το κράτος. «Στη Σαντορίνη το 30% των θέσεων εργασίας είναι ακάλυπτο. Από τον κορωνοϊό και μετά άλλοι άλλαξαν κλάδο και άλλοι επαναπαύθηκαν. Ενας μάγειρας που είχα δεν ήρθε πέρσι Σαντορίνη, ήταν από Καρδίτσα, αποφάσισε να μείνει εκεί, να παίρνει 534 ευρώ, να δουλεύει Σαββατοκύριακα «μαύρη» εργασία και τις υπόλοιπες μέρες να κάνει τις βόλτες του. Ενα ξενοδοχείο που ζητά 50 άτομα, ζήτημα είναι αν θα βρει 35. Αρα εγώ που καλούμαι να καλύψω τις ανάγκες της επιχείρησης, θα πιέσω τους εργαζόμενους να δουλέψουν υπερωρία με αντίκτυπο στον πελάτη που δεν θα εξυπηρετηθεί όπως πρέπει. Χωρίς προσωπικό υπάρχει δυσφήμηση για το νησί, την Ελλάδα και το τουριστικό μας προϊόν», σημειώνει ο Αντώνης Ηλιόπουλος, προτείνοντας τη δημιουργία τουριστικών σχολών σε κάθε μέρος της Ελλάδας.

«Κάθε χρόνο και χειρότερα». «Παρατηρείται έλλειψη καταρτισμένου προσωπικού για ειδικότητες που εμείς χρειαζόμαστε, όπως είναι θέσεις υποδοχής, σέρβις, κουζίνα. Είναι μια κατάσταση που τη βιώνουμε κάθε χρόνο και χειρότερα. Το ποσοστό στη Μύκονο είναι γύρω στο 20%, που είναι σημαντικό γιατί σε εμάς η σεζόν ξεκινά νωρίς και έχουμε μεγάλες ανάγκες λόγω της υψηλής ποιότητας υπηρεσιών που προσφέρουμε», σημειώνει η πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Μυκόνου, Μαρία Κουσαθανά.

Προηγούμενο άρθροΛογαριασμοί ρεύματος: Από σήμερα το θερινό ωράριο για το νυχτερινό τιμολόγιο
Επόμενο άρθροΤέλος τα μέτρα στις πτήσεις εσωτερικού και εξωτερικού, απαιτούνται μόνο μάσκες